Αξιολόγηση Προγραμμάτων Σπουδών Πληροφορικής

Η πληροφορική αν και νεότατη επιστήμη κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να αλλάξει σε παγκόσμιο επίπεδο κάθε έκφανση της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθούν στην Ελλάδα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πάρα πολλά τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ που προσφέρουν εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της πληροφορικής και των εφαρμογών της. Η παρούσα μελέτη οριοθετεί την πληροφορική με βάση τα διεθνή ακαδημαϊκά και επιστημονικά πρότυπα και αξιολογεί όλα τα προγράμματα σπουδών (όχι τα τμήματα) των ελληνικών ΑΕΙ και ΤΕΙ που σχετίζονται με αυτή.

Μεθοδολογία Αξιολόγησης

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αξιολογήσει κανείς ένα πρόγραμμα σπουδών. Ο δικός μας στόχος εστιάζεται κυρίως στην πληρότητα των προγραμμάτων σπουδών η οποία ορίζει συνήθως και το σύνολο της γνώσης που θα λάβει τελικά ένας απόφοιτος. Για το σκοπό της αξιολόγησης σχηματίσθηκε ένα Πρότυπο Πρόγραμμα Σπουδών Πληροφορικής (ΠΠΣΠ) και ορίσθηκε αναλυτικά η ύλη του κάθε μαθήματος. Με βάση αυτό το ΠΠΣΠ βαθμολογήθηκαν όλα τα προγράμματα σπουδών (κατευθύνσεις) των τμημάτων που αξιολογήθηκαν.

Το ΠΠΣΠ αποτελείται από 36 βασικά μαθήματα τα οποία ένας ολοκληρωμένος απόφοιτος Πληροφορικής θα έπρεπε ιδανικά να τα έχει όλα διδαχθεί ώστε να αποκτήσει όλες εκείνες τις γνώσεις που καλύπτουν ένα επαρκές φάσμα της Πληροφορικής σήμερα. Τα 36 αυτά μαθήματα αποτελούν δηλαδή το σύνολο των υποχρεωτικών μαθημάτων ενός ιδανικού προγράμματος σπουδών και όχι το σύνολο όλων των μαθημάτων που θα έπρεπε αυτό να προσφέρει. Η επιλογή του συγκεκριμένου προγράμματος βασίσθηκε σε διεθνή πρότυπα σπουδών και ήταν μια συλλογική προσπάθεια πολλών Πληροφορικών που έχουν γνωρίσει και συγκρίνει μέσα από τις σπουδές τους αρκετά προγράμματα σπουδών τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού. Τα μαθήματα αυτά προσφέρουν έναν πλούσιο κορμό γνώσεων που κάθε πτυχιούχος πληροφορικής σήμερα θα έπρεπε να κατέχει.

Για κάθε μάθημα του ΠΠΣΠ αξιολογήθηκε τόσο η πληρότητα του θεωρητικού του μέρους (διαλέξεις, σεμινάρια, κλπ.) όσο και αυτή του πρακτικού του (ασκήσεις, εργαστήρια, κλπ.). Η βαθμολόγηση του κάθε προγράμματος σπουδών προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο

Με p συμβολίζουμε την πιθανότητα παρακολούθησης του κάθε μαθήματος. Ένα μάθημα που είνα υποχρεωτικό σε ένα πρόγραμμα σπουδών θα βαθμολογηθεί επομένως με p=1. Με t συμβολίζουμε το συντελεστή βαρύτητας του θεωρητικού μέρους του μαθήματος και με l τον αντίστοιχο συντελεστή του πρακτικού μέρους. Οι δύο αυτοί συντελεστές είναι διαφορετικοί για κάθε μάθημα αλλά το άθροισμά τους είναι πάντοτε ίσο με 1. Τέλος, Θ είναι η βαθμολογία που πέτυχε ένα μάθημα αναφορικά με την πληρότητα του θεωρητικού του μέρους, και Π η αντίστοιχη του πρακτικού. Οι δύο αυτές βαθμολογίες κυμαίνονται από 0 μέχρι 1. Η μέγιστη βαθμολογία που μπορεί να συγκεντρώσει ένα πρόγραμμα σπουδών είναι επομένως ίση με 1.

Να σημειώσουμε επίσης ότι όλα τα προγράμματα σπουδών αξιολογήθηκαν και διασταυρώθηκαν από δύο ανεξάρτητα μέρη.

Συγκριτικά Αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης δείχνουν ότι τα περισσότερα τμήματα που ασχολούνται αποκλειστικά με την πληροφορική έχουν προγράμματα σπουδών με ικανοποιητική πληρότητα που θα μπορούσε όμως να είναι ακόμη υψηλότερη δεδομένου ότι τα περισσότερα από αυτά προσφέρουν έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό μαθημάτων από αυτόν που ορίζει το ΠΠΣΠ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι κάποια προγράμματα σπουδών που ενώ προσφέρουν περισσότερα από 100 μαθήματα δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν στη συνολική βαθμολογία τους ούτε το 0.5 στα 36 μαθήματα του ΠΠΣΠ. Όσον αφορά τα συναφή με την πληροφορική τμήματα (π.χ. ηλεκτρολογίας, γεωπληροφορικής, διοίκησης, κ.α.), όπως ήταν αναμενώμενο αυτά προσφέρουν μια μικρή και επιφανειακή μόνο κάλυψη του γνωστικού αντικειμένου και εστιάζονται αντ'αυτού σε επιστήμες ή εφαρμογές που κάνουν απλώς χρήση της πληροφορικής.

Γενικά Συμπεράσματα, Παρατηρήσεις και Προτάσεις

  1. Όσο περισσότερα γνωστικά αντικείμενα καλύπτει ένα τμήμα κάτω από ένα ενιαίο πτυχίο, τόσο μικρότερη είναι η πληρότητα των γνώσεων Πληροφορικής που λαμβάνει ο πτυχιούχος του. Το αποτέλεσμα είναι μεν ένα μεγαλύτερο εύρος γνώσεων με μικρότερη όμως εμβάθυνση που συνοδεύεται παράλληλα και από ελλείψεις σε βασικά μαθήματα. Σε ένα διαφορετικό μοντέλο εκπαίδευσης κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα θεμιτό. Στην Ελλάδα όμως που ο τίτλος του πτυχίου, και όχι η κατεύθυνση σπουδών, είναι αυτός που ορίζει και τα όποια επαγγελματικά δικαιώματα, είναι σαφές ότι ένα πτυχίο με πολλαπλά γνωστικά αντικείμενα αδικεί όλους τους υπολοίπους που επιλέγουν να σπουδάσουν μία μόνο επιστήμη σε όλο της το εύρος.

  2. Η διάκριση μεταξύ επιστήμης και μηχανικής στις ΤΠΕ είναι παροχημένη και αναχρονιστική και αυτό γίνεται ιδιαίτερα προφανές από την ομοιότητα που παρουσιάζουν τα προγράμματα σπουδών μεταξύ πανεπιστημιακών και πολυτεχνικών τμημάτων. Είναι επιτακτική ανάγκη επομένως να πάψει να υφίσταται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ αυτών των τμημάτων και επιπλεόν να ευθυγραμμιστεί η διάρκεια των σπουδών τους. Αυτό θα βοηθήσει τον κλάδο να απαλλαγεί από τις διακρίσεις που του έχουν κατά καιρούς επιβάλλει και να λειτουργήσει σε ένα ενιαίο πλαίσιο κανόνων και στόχων.

  3. Η δημιουργία κατευθύνσεων σπουδών σε ένα τμήμα υποτίθεται πως βασίζεται στην εμπειρία του τμήματος, τη μακρόχρονη λειτουργία του και την ύπαρξη επαρκούς προσωπικού και υποδομής. Ωστόσο, σε πολλά ΤΕΙ αλλά και κάποια ΑΕΙ, έχουν δημιουργηθεί κατευθύνσεις ακόμη και σε τμήματα που δεν έχουν το στοιχειώδη αριθμό μελών ΔΕΠ ή την απαραίτητη υποδομή και εμπειρία. Επιπλέον, και ενώ θα περίμενε κανείς οι κατευθύνσεις αυτές να συνιστούν μεγάλες και σαφώς καθορισμένες υποπεριοχές της πληροφορικής, σε πολλές περιπτώσεις αυτές είναι εντελώς ασαφείς και αόριστες υποπεριοχές που δεν αφορούν περισσότερα του ενός ή δύο μαθημάτων μόνο!

  4. Τα τμήματα ΤΕΙ αν και τυπικά ανωτατοποιήθηκαν συνεχίζουν εντούτοις να έχουν προγράμματα σπουδών με μειωμένες ώρες θεωρίας που δεν ξεπερνούν τις 3 ώρες ανά εβδομάδα. Αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν ένα μάθημα δεν έχει εργαστήριο. Την ίδια στιγμή τα αντίστοιχα τμήματα ΑΕΙ αφιερώνουν μόνο για τη θεωρία από 3 έως 5 ώρες εβδομαδιαίως ενώ πολλά μαθήματά τους προσφέρουν και επιπλέον ώρες για εργαστηριακές ασκήσεις. Τα ΤΕΙ επίσης έχουν σοβαρές ελλείψεις σε μαθήματα θεωρητικής πληροφορικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι μόνο δύο εξ αυτών προσφέρουν το μάθημα “Θεωρίας Υπολογισμού”.

  5. Πολλά νέα τμήματα ΤΕΙ ιδρύθηκαν βιαστικά και χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τη στελέχωση και την υποδομή τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή και σε εκπαιδευτικό προσωπικό είναι τραγικά εμφανείς ακόμη και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά την ίδρυσή τους. Επιπλέον, όλα τα τμήματα ΤΕΙ πληροφορικής δέχονται ετησίως από διπλάσιο μέχρι πενταπλάσιο αριθμό φοιτητών σε σχέση με τα πολύ πιο οργανωμένα, που εξακολουθούν όμως να έχουν ελλείψεις, τμήματα ΑΕΙ.

  6. Η επιλογή των ονομάτων σε αρκετά τμήματα πληροφορικής ή στις κατευθύνσεις τους φαίνεται να απέχει πολύ από τη διεθνή πρακτική και στερείται μια στοιχειώδη επιστημονική τεκμηρίωση (π.χ. "Εφαρμογών πληροφορικής στη βιοϊατρική", “Τεχνολογίας Τηλεφαρμογών”, κ.α.). Άλλα πάλι χρησιμοποιούν προσδιορισμούς και πλεονασμούς με αποκλειστικό σκοπό τον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης (π.χ. “Τηλεπληροφορικής”, “Πληροφορικής και Πολυμέσων”, κ.α.). Τέλος, υπάρχουν τμήματα πληροφορικής που ενώ προσφέρουν τις ίδιες σπουδές με όλα τα υπόλοιπα αυτά επιλέγουν είτε μια διπλή ταυτότητα (π.χ. Πληροφορικής και Μηχανικών Υπολογιστών) είτε ένα όνομα που δεν έχει επιστημονική βάση (π.χ. Μηχανικών Πληροφορικής).

Πίνακες και Γραφήματα

Tμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ των οποίων τα προγράμματα σπουδών αξιολογήθηκαν

Πρότυπο Πρόγραμμα Σπουδών Πληροφορικής

Συγκριτικά Αποτελέσματα Αξιολόγησης