|
Αξιολόγηση Προγραμμάτων Σπουδών Πληροφορικής
Εισαγωγή
Η πληροφορική αν και νεότατη επιστήμη κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να αλλάξει σε παγκόσμιο επίπεδο κάθε έκφανση της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθούν στην Ελλάδα σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πάρα πολλά τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ που προσφέρουν εκπαίδευση σε διάφορους τομείς της πληροφορικής και των εφαρμογών της. Η παρούσα μελέτη εξετάζει αναλυτικά τα προγράμματα σπουδών αυτών των τμημάτων και αξιολογεί ποσοτικά την πληρότητά τους στο γνωστικό πεδίο της πληροφορικής. Με τον όρο γνωστικό πεδίο πληροφορικής αναφερόμαστε συγκεκριμένα στην επιστήμη των υπολογιστών (computer science) και όχι στα συναφή με αυτή πεδία της μηχανικής υπολογιστών (computer engineering), των τηλεπικοινωνιών (telecommunications) και των πληροφοριακών συστημάτων (information systems). Με τον όρο πρόγραμμα σπουδών αναφερόμαστε στο σύνολο των μαθημάτων που οδηγούν είτε σε πτυχίο ενιαίου κύκλου σπουδών είτε σε πτυχίο συγκεκριμένης κατεύθυνσης, στην περίπτωση που ένα τμήμα προσφέρει υποχρεωτικές κατευθύνσεις ή κύκλους σπουδών. Να τονίσουμε επίσης ότι η παρούσα αξιολόγηση δεν αφορά τα τμήματα συνολικά αλλά μόνο τα προγράμματα σπουδών τους.
Σκοπός
Η αξιολόγηση ενός προγράμματος σπουδών γίνεται πάντα με συγκεκριμένους στόχους, και στην προκειμένη περίπτωση στόχος είναι η αξιολόγηση της πληρότητας του κάθε προγράμματος. Η αξιολόγηση είναι ποσοτική και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ποιότητας, τα οποία είναι ως επί τω πλείστον υποκειμενικά και μη μετρήσιμα. Ο σκοπός της αξιολόγησης είναι να μετρήσει την αναμενόμενη (expected) γνώση που ένα πρόγραμμα σπουδών μπορεί να εγγυηθεί σε όλους τους αποφοίτους του. Δε μετράει, δηλαδή, τις γνώσεις του κάθε αποφοίτου μεμονωμένα αλλά τη γνώση που το πρόγραμμα σπουδών μπορεί να του εξασφαλίσει. Οι πραγματικές γνώσεις του εκάστοτε αποφοίτου θα παρουσιάζουν φυσικά μια διακύμανση. Η προτεινόμενη μεθοδολογία, όπως φυσικά και κάθε μορφής αξιολόγηση, δεν είναι δυνατόν να καλύψει όλες τις πτυχές ενός προγράμματος σπουδών. Προσφέρει ωστόσο ένα χρήσιμο εργαλείο τόσο για την εσωτερική αξιολόγηση του κάθε προγράμματος σπουδών όσο και για τη σύγκρισή του με άλλα.
Μεθοδολογία
Για το σκοπό της αξιολόγησης σχηματίσθηκε ένα Πρότυπο Πρόγραμμα Σπουδών Πληροφορικής (ΠΠΣΠ) και ορίσθηκε αναλυτικά η ύλη του κάθε μαθήματος. Η επιλογή του συγκεκριμένου προγράμματος βασίσθηκε σε διεθνή πρότυπα σπουδών και ήταν μια συλλογική προσπάθεια πολλών Πληροφορικών που έχουν γνωρίσει και συγκρίνει μέσα από τις σπουδές τους αρκετά προγράμματα σπουδών τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού. Το ΠΠΣΠ αποτελείται από 36 βασικά μαθήματα τα οποία προσφέρουν έναν πλούσιο κορμό γνώσεων και καλύπτουν επαρκώς το φάσμα της πληροφορικής σήμερα. Κάθε απόφοιτος πληροφορικής θα έπρεπε ιδανικά να τα έχει διδαχθεί όλα. Τα 36 αυτά μαθήματα αποτελούν δηλαδή το σύνολο των υποχρεωτικών μαθημάτων ενός ολοκληρωμένου προγράμματος σπουδών και όχι το σύνολο όλων των μαθημάτων που θα έπρεπε αυτό να προσφέρει.
Στη συνέχεια, βαθμολογήθηκαν με βάση το ΠΠΣΠ όλα τα προγράμματα σπουδών των τμημάτων που σχετίζονται με την πληροφορική. Για κάθε μάθημα του ΠΠΣΠ εξετάσθηκε αρχικά αν, και σε τι μορφή, προσφέρεται από το κάθε πρόγραμμα σπουδών, και στη συνέχεια αξιολογήθηκε τόσο η πληρότητα του θεωρητικού του μέρους (διαλέξεις, σεμινάρια, κλπ.) όσο και αυτή του πρακτικού του (ασκήσεις, εργαστήρια, κλπ.). Η αξιολόγηση και η βαθμολόγηση βασίστηκαν αποκλειστικά στους οδηγούς σπουδών των τμημάτων όπως αυτοί δημοσιεύονται στους επίσημους ιστοτόπους τους. Η βαθμολόγηση του κάθε προγράμματος σπουδών προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο που εκφράζει την αναμενόμενη τιμή (expected value) παρακολούθησης του ΠΠΣΠ.
Με p συμβολίζουμε την πιθανότητα παρακολούθησης του κάθε μαθήματος (ένα μάθημα που είναι υποχρεωτικό σε ένα πρόγραμμα σπουδών θα βαθμολογηθεί επομένως με p=1). Με t συμβολίζουμε το συντελεστή βαρύτητας του θεωρητικού μέρους του μαθήματος και με l τον αντίστοιχο συντελεστή του πρακτικού μέρους. Οι δύο αυτοί συντελεστές είναι διαφορετικοί για κάθε μάθημα αλλά το άθροισμά τους είναι πάντοτε ίσο με 1. Τέλος, Θ είναι η βαθμολογία που πέτυχε ένα μάθημα αναφορικά με την πληρότητα του θεωρητικού του μέρους, και Π η αντίστοιχη του πρακτικού. Οι δύο αυτές βαθμολογίες κυμαίνονται από 0 μέχρι 1. Η μέγιστη βαθμολογία που μπορεί να συγκεντρώσει ένα πρόγραμμα σπουδών είναι επομένως ίση με 1.
Συμπεράσματα
Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης παρουσιάζουν τις βαθμολογίες που συγκέντρωσαν όλα τα προγράμματα σπουδών που σχετίζονται με την πληροφορική και τις εφαρμογές της. Κάνοντας κλικ σε κάθε βαθμολογία γίνεται αναλυτική παρουσίαση όλων των επιμέρους βαθμολογιών που συγκέντρωσε το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών σε κάθε μάθημα του ΠΠΣΠ. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να εντοπισθούν οι αδυναμίες και οι ελλείψεις του κάθε προγράμματος αναφορικά πάντα με το γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης υπολογιστών. Ακολουθούν κάποια συμπεράσματα και παρατηρήσεις:
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι αρκετά από τα μαθήματα του ΠΠΣΠ είτε απουσιάζουν εντελώς από τα προγράμματα σπουδών πολλών τμημάτων είτε αποτελούν μαθήματα επιλογής με μικρή πιθανότητα παρακολούθησης. Βασική αιτία για αυτό είναι ότι πολλά τμήματα αργούν να ανταποκριθούν στις ραγδαίες εξελίξεις της πληροφορικής με αποτέλεσμα είτε να καθυστερούν στην ενσωμάτωση των νέων αντικειμένων στα προγράμματά τους είτε να τα θεωρούν λιγότερο σημαντικά και να τα προσφέρουν ως επιλογής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων μαθημάτων είναι η Ασφάλεια Υπολογιστικών και Επικοινωνιακών Συστημάτων, οι Τεχνολογίες Διαδικτύου, η Επικοινωνία Ανθρώπου-Υπολογιστή, η Διοίκηση Έργων Πληροφορικής, κ.α. Όταν μάλιστα τα περισσότερα τμήματα προσφέρουν έναν κατάλογο με περισσότερα από 60 μαθήματα, είναι τουλάχιστον λυπηρό να έχουν ελλείψεις στα 36 βασικά μαθήματα του ΠΠΣΠ.
Τα περισσότερα τμήματα ΑΤΕΙ εξακολουθούν να έχουν προγράμματα σπουδών με μειωμένες ώρες θεωρίας που δεν ξεπερνούν τις 3 ώρες ανά εβδομάδα. Αυτό ισχύει ακόμη και για μαθήματα που δεν έχουν εργαστήριο. Την ίδια στιγμή τα αντίστοιχα τμήματα ΑΕΙ αφιερώνουν μόνο για τη θεωρία από 3 έως 5 ώρες εβδομαδιαίως ενώ πολλά μαθήματά τους προσφέρουν και επιπλέον ώρες εργαστηρίου. Τα περισσότερα ΑΤΕΙ έχουν επίσης σοβαρές ελλείψεις σε μαθήματα θεωρητικής πληροφορικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι μόνο δύο εξ αυτών προσφέρουν το μάθημα “Θεωρίας Υπολογισμού”.
Η ανάλυση των προγραμμάτων σπουδών δείχνει ότι η διάκριση μεταξύ επιστήμης και μηχανικής, ειδικά στο πεδίο της πληροφορικής, είναι παροχημένη και αναχρονιστική. Αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές από την ομοιότητα που παρουσιάζουν οι σπουδές μεταξύ πανεπιστημιακών και πολυτεχνικών τμημάτων πληροφορικής, τόσο στο θεωρητικό όσο και στο εργαστηριακό τους μέρος. Οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ αυτών των τμημάτων εξακολουθεί να υπάρχει είναι απλώς τεχνητή και εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Επιπλέον, δεν υφίσταται κανένας επιστημονικός ή επαγγελματικός λόγος που να απαιτεί διαφορετική διάρκεια σπουδών μεταξύ επιστήμης και μηχανικής υπολογιστών. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να ευθυγραμμιστεί η διάρκεια όλων αυτών των προπτυχιακών προγραμμάτων όπως ακριβώς ισχύει και σε όλες σχεδόν τις χώρες του εξωτερικού. Οι διορθώσεις αυτών των στρεβλώσεων θα βοηθήσουν τον κλάδο να απαλλαγεί από τις διακρίσεις που του έχουν κατά καιρούς επιβάλλει και να αναπτυχθεί σε ένα ενιαίο πλαίσιο κανόνων και στόχων.
Αρκετά τμήματα επιλέγουν να θεραπεύσουν υπό την ίδια σκέπη πολλαπλά συγγενή γνωστικά αντικείμενα (π.χ. πληροφορική, μηχανική υπολογιστών, ηλεκτρολογία, τηλεπικοινωνίες, κ.α). Σε αντίθεση όμως με αυτό που ισχύει στο εξωτερικό, τα τμήματα αυτά είτε δεν προσφέρουν χωριστά προγράμματα σπουδών για κάθε γνωστικό αντικείμενο, είτε προσφέρουν τέτοια προγράμματα αλλά εξακολουθούν να απονέμουν ενιαίο τίτλο σπουδών που περιλαμβάνει όλα τα γνωστικά πεδία του τμήματος. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ως αποτέλεσμα πτυχιούχους που για να αποκτήσουν ένα μεγαλύτερο εύρος γνώσεων αναγκάστηκαν να εμβαθύνουν λιγότερο σε κάθε ένα από τα πολλαπλά γνωστικά πεδία που παρακολούθησαν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε την ψευδή εικόνα πτυχιούχων που εμφανίζονται ως ειδικοί σε πολλαπλά γνωστικά πεδία ενώ στην πράξη έχουν σπουδάσει μόνο ένα από αυτά. Σε κάθε περίπτωση ο τίτλος του πτυχίου δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές σπουδές τους. Ωστόσο, οι επαγγελματικές διέξοδοι αυτών των πτυχίων είναι περισσότερες διότι τα επαγγελματικά δικαιώματα στην Ελλάδα προκύπτουν δυστυχώς από τον τίτλο του πτυχίου και όχι από τις πραγματικές γνώσεις του εκάστοτε πτυχιούχου.
Στον αντίποδα υπάρχουν τμήματα που δημιουργούν κατευθύνσεις σπουδών χωρίς επιστημονικό αντίκρυσμα σε πολύ μικρές ή και αόριστες υποπεριοχές της επιστήμης που πολλές φορές δεν αφορούν περισσότερα του ενός ή δύο μαθημάτων μόνο. Για παράδειγμα, Προηγμένων Εφαρμογών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών, Τεχνολογίας Τηλεφαρμογών, κ.α. Μάλιστα, ενώ η δημιουργία κατευθύνσεων/κύκλων σπουδών βασίζεται κανονικά στην εμπειρία του τμήματος, τη μακρόχρονη λειτουργία του, και την ύπαρξη επαρκούς προσωπικού και υποδομής, σε πολλά τμήματα ΤΕΙ, αλλά και κάποια ΑΕΙ, έχουν δημιουργηθεί κατευθύνσεις ακόμη και σε τμήματα που δεν έχουν το στοιχειώδη αριθμό μελών ΔΕΠ ή την απαραίτητη υποδομή και εμπειρία.
Πολλά νέα τμήματα ΑΤΕΙ πληροφορικής ιδρύθηκαν βιαστικά και χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για τη στελέχωση και την υποδομή τους. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή και σε εκπαιδευτικό προσωπικό είναι τραγικά εμφανείς ακόμη και σήμερα, πολλά χρόνια μετά την ίδρυσή τους. Την ίδια στιγμή όμως, τα περισσότερα από αυτά δέχονται ετησίως από διπλάσιο μέχρι πενταπλάσιο αριθμό φοιτητών σε σχέση με τα ΑΕΙ. Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο λόγο φοιτητών ανά καθηγητή και καταδικάζει τα τμήματα αυτά σε περαιτέρω υποβάθμιση.
Η επιλογή των ονομάτων σε αρκετά τμήματα ή στις κατευθύνσεις τους φαίνεται να απέχει πολύ από τη διεθνή πρακτική και στερείται μιας στοιχειώδους επιστημονικής τεκμηρίωσης. Για παράδειγμα, Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, Πληροφορικής με εφαρμογές στη Βιοϊατρική, Πολιτισμικής Πληροφορικής, Τεχνολογίας Τηλεφαρμογών, κ.α. Επίσης, επιχειρείται ο συνδυασμός του όρου "μηχανικός" με τον όρο "πληροφορική" δημιουργώντας τμήματα όπως Μηχανικών Πληροφορικής ή Μηχανικών Πληροφοριακών Συστημάτων τα οποία επίσης δεν έχουν καμία επιστημονική τεκμηρίωση. Η προσπάθεια κάποιων να αποκτήσουν τον τίτλο του μηχανικού οδηγεί δυστυχώς σε τέτοιου είδους εκτρώματα. Τέλος, υπάρχουν και τμήματα που προσθέτουν στο όνομά τους λεκτικούς πλεονασμούς με αποκλειστικό σκοπό τον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης. Για παράδειγμα, Πληροφορικής και Πολυμέσων, Πληροφορικής και Τηλεματικής, κ.α. Όλες αυτές οι πρακτικές είναι τουλάχιστον απαράδεκτες και δημιουργούν σύγχηση όχι μόνο στους μαθητές που καλούνται να επιλέξουν τα εν λόγω τμήματα αλλά και στους αποφοίτους τους που αποκτούν ασαφή και αόριστα επαγγελματικά προσόντα.
|